Διαλογος

Ο Διάλογος είναι το πεδίο παρουσίασης, σχολιασμού και πρόσκλησης για συζήτηση γύρω από θέματα ψυχαναλυτικής θεωρίας και κλινικής πράξης καθώς και διαλόγου της ψυχανάλυσης με τις επιστήμες και την κοινωνία. Αφετηρία του Διαλόγου είναι οι απόψεις που αναπτύσσονται γύρω από το θέμα που επιλέγεται σε κάθε χρονική περίοδο. Η επιλογή του θέματος και των κειμένων γίνεται μέσα από την ψυχαναλυτική και ευρύτερη επιστημονική ή κοινωνική επικαιρότητα. Ο Διάλογος περιλαμβάνει την παρουσίαση δύο εκτεταμένων εισαγωγικών σχολιασμών και τη ροή των σχολίων, σκέψεων και απόψεων. Τα κείμενα των αρχικών σχολιασμών ανιχνεύουν πιθανές κατευθύνσεις του προβληματισμού. Προσπάθειά μας είναι η δυνατότητα ανάπτυξης μίας ζωντανής, ουσιαστικής και τεκμηριωμένης συζήτησης, με αντιπαραθέσεις αλλά και σεβασμό των διαφορετικών απόψεων. Όσοι συνάδελφοι θελήσουν να συμμετάσχουν στο Διάλογο μπορούν να υποβάλουν ένα σχόλιο, σύμφωνα με τις οδηγίες στη βάση του παραπάνω πλαισίου αρχών. Τα σχόλια δεν δημοσιεύονται σε πραγματικό χρόνο καθώς υπόκεινται σε εκδοτική επιμέλεια.

Χρυσή Γιαννουλάκη, Μάριος Σταυρογιαννόπουλος, Ιάκωβος Κλεώπας.

Για τα παλαιότερα θέματα του Διαλόγου πατήστε εδώ.


 ΔΙΑΛΟΓΟΣ 03# Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΣΕ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΕΙ

 

Ο αιώνας που διανύουμε γνωρίζει μία πρωτοφανή άνθιση της τεχνολογίας, της δικτύωσης και της συνεχούς ροής πληροφοριών και την συνεχιζόμενη εξέλιξη των επιστημών. Απότοκος αυτής της εξέλιξης είναι η κατάσταση (ανάγκη;) επαναξιολόγησης θεωριών και μεθόδων θεραπευτικών παρεμβάσεων. Απέναντι στην πληθώρα πληροφοριών και δεδομένων, εκ μέρους της κοινωνίας των ανθρώπων υπάρχει επίσης το αίτημα, ή και η επιτακτική ανάγκη, να διατυπωθούν τρόποι σαφών και τεκμηριωμένων λύσεων για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Ο κόσμος της ψυχανάλυσης καλείται να τοποθετηθεί ως προς το σύνολο αυτών των νέων δεδομένων και εξελιξεων.

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ανοίγει αυτό το ευρύ και εξαιρετικά επίκαιρο θέμα.

 

Τα κείμενα συζήτησης, εκτός από την εισαγωγή στο θέμα και την ροή σχολιασμών του ΔΙΑΛΟΓΟΥ, περιλαμβάνεται ο 

ΦΑΚΕΛΟΣ "ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΕ ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ"

Σε αυτόν θα βρείτε κείμενα παρουσίασης και συζήτησης των εισηγήσεων του 49ου Συνεδρίου της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης με θέμα "Ένας μεταβαλλόμενος κόσμος. Η μορφή και η χρήση των ψυχαναλυτικών εργαλείων σήμερα".

 

 


Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ ΣΕ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΕΙ

Ο αιώνας της τεχνολογίας και της πληροφορίας: η θέση της ψυχανάλυσης σε αυτόν - Χρυσή Γιαννουλάκη

Εισαγωγή

Είναι δεδομένο ότι ο αιώνας που διανύουμε γνωρίζει μια πρωτοφανή άνθιση της τεχνολογίας, της δικτύωσης και της συνεχούς ροής των πληροφοριών. Δεν μπορεί λοιπόν παρά να μας απασχολήσει ως ψυχαναλυτές ποικιλοτρόπως η θέση της ψυχανάλυσης σε αυτήν την νέα κατάσταση πραγμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι το 49ο Διεθνές Ψυχαναλυτικό Συνέδριο της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης (IPA) το οποίο έγινε στις 22-25 Ιουλίου 2015 στη Βοστόνη των ΗΠΑ, είχε ως γενικό τίτλο “Changing World: The shape and use of psychoanalytic tools today” (Ένας μεταβαλλόμενος κόσμος: Η μορφή και η χρήση των ψυχαναλυτικών εργαλείων σήμερα). Σχολιασμοί των παρουσιάσεων του συνεδρίου από συναδέλφους που παρακολούθησαν αυτό το συνέδριο έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας. Τα κείμενα των παρουσιάσεων καθώς και των ερωτημάτων που τέθηκαν στην συζήτηση που πραγματοποιήθηκε σε μία ημερίδα της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, πέραν της αποτύπωσης των ομιλιών του συνεδρίου, προσφέρουν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον υλικό για την συζήτηση στον Διαλόγου ...

Συνέχεια...

Πολλά αλλάζουν λοιπόν και οι διάφορες θεωρίες για τον ανθρώπινο ψυχισμό και την παθολογία του με τις αντίστοιχες θεραπευτικές προτάσεις υπόκεινται σε (επαν)αξιολόγηση· είτε μέσω επιστημονικών ερευνών (για παράδειγμα, οι έρευνες που στηρίζονται στην απεικονιστική μελέτη του εγκεφάλου), είτε μέσω εμπειρικών ερευνών τόσο των θεραπευτών των διαφόρων σχολών (για παράδειγμα, η περίπτωση του Aaron Beck, όπως την αναφέρει στη συνέχεια ο Ιάκωβος Κλεώπας) όσο και μέσω αναφοράς των προσωπικών εμπειριών των ανθρώπων που πάσχουν (για παράδειγμα, στο βιβλίο της, An unquiet mind η Jamison Kay περιγράφει τη δική της εμπειρία από τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής από την οποία έπασχε τόσο με φαρμακευτική αγωγή - λίθιο - όσο και με μακρόχρονη ψυχοθεραπεία).

«Στη δημόσια υγεία υπάρχει τεράστια ανάγκη για αποτελεσματικές θεραπείες σε μια ποικιλία ήπιων και μέτριας σοβαρότητας νοητικών διαταραχών. Οι έρευνες του Ρόναλντ Κέσλερ στο Χάρβαρντ δείχνουν ότι σχεδόν το 50%γενικού πληθυσμού είχαν κάποιο ψυχικό πρόβλημα σε κάποια φάση της ζωής τους», αναφέρει ο Eric Kandel στο βιβλίο του Αναζητώντας τη Μνήμη (σελ.389), υποστηρίζοντας ο ίδιος φυσικά την ανάγκη για τη σύνδεση «των φυσικών και βιολογικών μελετών του φυσικού κόσμου και ζωντανών κατοίκων του με μια κατανόηση της λεπτής υφής του ανθρώπινου νου και της ανθρώπινης εμπειρίας» (σελ. 392).

Όμως, ταυτόχρονα με την ανάγκη για (επαν)αξιολόγηση των θεωριών για τη φυσιολογία και παθολογία του ανθρώπινου ψυχισμού, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την κυριαρχία της τεχνολογίας στον Δυτικό τουλάχιστον Πολιτισμό. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος της εποχής μας όταν δεν μπορεί να κοιμηθεί θα κλικάρει τη λέξη αϋπνία στο κινητό του και θα του παρουσιαστούν μια σειρά από απαντήσεις - ένας λαβύρινθος από προσωπικές εμπειρίες, διαφημιστικές ιστοσελίδες θεραπευτών, αποσπάσματα από βιβλία και άρθρα σε έγκριτες και μη εφημερίδες. Όπως υποστήριξε η Alessandra Lemma στο άρθρο “Η ψυχανάλυση στον καιρό της κουλτούρας της τεχνολογίας (technoculture): Μερικές σκέψεις σχετικά με τη μοίρα του σώματος στον εικονικό χώρο” (μετάφραση του άρθρου θα υπάρχει στο επόμενο τεύχος του Annual, εκδ. Ποταμός) «Είναι αναπόφευκτο ότι αυτή η γενιά μεγαλώνει σε μια κουλτούρα δικτύωσης, όπου οι επικοινωνίες είναι διαμεσολαβούμενες και η ψηφιακή συνδεσιμότητα μαζί με διάφορα επίπεδα εικονικότητας αποτελούν πλέον ένα αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής μας ζωής. Τα παγκόσμια δίκτυα επηρεάζουν τη διαμόρφωση ταυτότητας: ομάδες ατόμων οργανώνουν πλέον και αξιολογούν την εμπειρία τους ως κοινότητες με εικονικό τρόπο. Εκτιμάται ότι 38% των χρηστών του διαδικτύου παγκοσμίως χρησιμοποιούν το Facebook. Εάν το συσχετίσει κανείς αυτό με τον εκτιμώμενο παγκόσμιο πληθυσμό των 7 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, το Facebook αντιπροσωπεύει το 12% αυτού του αριθμού. Με άλλα λόγια, εάν το Facebook ήταν έθνος, θα ήταν το τρίτο μεγαλύτερο στον κόσμο (Law, 2013)».

Τελειώνοντας, θεωρήσαμε ότι παρουσιάζει ενδιαφέρον να δούμε πώς εμφανίζεται η ψυχανάλυση σε αυτόν τον κόσμο των πληροφοριών και σε τι Διάλογο γύρω από τα πολλά και διάφορα θέματα που τίθενται μπορεί να μας οδηγήσει. Ως μια πρώτη αφετηρία, σκεφτήκαμε να παραθέσουμε έναν σχολιασμό του άρθρου του Oliver Burkeman, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα The Guardian, στις 7/01/2016, με τίτλο Οι πόλεμοι των θεραπειών: η εκδίκηση του Freud.

Η "ΕΚΔΙΚΗΣΗ" ΤΟΥ FREUD;

Το άρθρο του Oliver Burkeman, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα The Guardian, στις 7/01/2016, με τίτλο Οι πόλεμοι των θεραπειών: η εκδίκηση του Freud ανταποκρίνεται στην προ(σ)κληση των καιρών για σύζευξη νέων ερευνητικών δεδομένων και μεθοδολογικών προσεγγίσεων με την φιλοσοφική/κριτική σκέψη επί της ανθρώπινης κατάστασης. Ή/και, απλά, το άρθρο ανταποκρίνεται στην ανάγκη των αναγνωστών της έγκριτης εφημερίδας για κατευθυντήριες γραμμές, για έναν μίτο της Αριάδνης όταν αναζητούν να βρουν την έξοδο από τον λαβύρινθο της προσωπικής ψυχικής οδύνης τους.

Αρχικά, αποτελεί αφετηρία διαλόγου η ίδια η παρουσία της ψυχαναλυτικής σκέψης σε ένα άρθρο στα ΜΜΕ- χρειάζεται η ψυχανάλυση την υπεράσπιση που μπορούν να της προσφέρουν άρθρα σαν το παραπάνω, γραμμένα από μη ψυχαναλυτές με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι κατανοητά στο ευρύ αναγνωστικό κοινό; Ο Oliver Burkeman συναντά στο χώρο εργασίας του τον ψυχαναλυτή David Pollens που φαίνεται να απαντάει καταφατικά στο παραπάνω ερώτημα εφόσον συνομιλεί με τον αρθρογράφο. Πρέπει να σημειώσουμε δε ότι η συζήτηση τους κυλάει απρόσκοπτα στο βαθμό που η ψυχαναλυτική ορολογία της αντίστασης, της νεύρωσης, της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασης μοιάζουν να είναι οικείες στον Burkeman. Το παραπάνω δεδομένο ίσως δείχνει εμπράκτως ότι ο Freud δεν έχει ανάγκη να εκδικηθεί καθώς η ψυχαναλυτική θεώρηση του ανθρώπινου ψυχισμού δεν αποτελεί μόνο απαραίτητο εργαλείο σε οποιαδήποτε κλινική εργασία με τους ψυχικά πάσχοντες αλλά συνιστά και μια οπτική δεδομένη στο πίσω μέρος του μυαλού οποιουδήποτε ανθρώπου στον Δυτικό Κόσμο: ακόμη κι αν δεν γνωρίζει την αντίσταση, ποιος δεν γνωρίζει τη φροϋδική θέση ότι υπάρχει η παιδική σεξουαλικότητα ή το ασυνείδητο ακόμη κι αν διαφωνεί με αυτήν;

Στη συνέχεια, κινεί το ενδιαφέρον μας για διάλογο και σχολιασμό του άρθρου το ότι ενώ ο εμφανής στόχος του Oliver Burkeman είναι η σύγκριση της CBT (cognitive behavioral therapy, στα ελληνικά: γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία· η CBT αρχικά είχε εφαρμοστεί στην κατάθλιψη αλλά στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε σε μια σειρά ψυχικών διαταραχών) με την Ψυχανάλυση, ένας δευτερεύων αλλά επίσης σημαντικός στόχος του έγκειται στο στοχασμό επί της επιθυμίας (αλλά και των ορίων) του ανθρώπου για έλεγχο των ψυχικών του λειτουργιών και την συνεπαγόμενη ασφαλή και σταθερή κατάκτηση της ευτυχίας. Το παραπάνω σημείο αποτελεί την αφετηρία ποικίλων φιλοσοφικών, θρησκευτικών, λογοτεχνικών αλλά και οικονομικών και επιστημονικών προσεγγίσεων από το χάραμα του ανθρώπινου πολιτισμού έως και σήμερα. Ο Ο. Burkeman αναφέρει σχετικά τον οικονομολόγο Richard Layard, η εργασία του οποίου επί της ψυχικής υγείας το 2006 οδήγησε, στην Αγγλία, στη θεμελίωση της Βελτίωσης της Πρόσβασης στις Ψυχολογικές Θεραπείες (Improving Access to Psychological Therapies - IAPT)· μέχρι το 2012 περισσότερο από ένα εκατομμύριο άνθρωποι επωφελήθηκαν αυτού του προγράμματος. Ο Layard συν-επιμελήθηκε την Παγκόσμια Έκθεση Ευτυχίας το 2012. Αναμφίβολα, έργο του ανθρώπου και ο ύστατος στόχος του είναι η δημιουργία της ανθρώπινης ελευθερίας και ευδαιμονίας, κάτι που απασχόλησε έντονα και τον Freud. Ο τελευταίος όμως διαπίστωσε ότι ενώ το κοινό δέχεται ως αυτονόητο το γεγονός ότι το γνωστικό πεδίο κάθε επιστήμης έχει κάποια όρια, κάνει συνήθως εξαίρεση για το πεδίο της ανθρώπινης ψυχολογίας.

Από την μία, γράφει ο Ο. Burkeman, η CBT είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας που το πλεονέκτημά της είναι ότι έχει βοηθήσει εκατομμύρια ασθενών και κυρίως αυτούς που δεν έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε πιο ακριβές και αργές θεραπείες, όπως η ψυχανάλυση - για παράδειγμα, τους στρατιώτες που επέστρεφαν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ή τους άστεγους. Από την άλλη, η επικράτηση της CBT ως προτεινόμενης μεθόδου θεραπείας, συσκότισε τη βασική συζήτηση περί της ανθρώπινης φύσης όχι μόνο σε επιστημονικό και θεσμικό επίπεδο αλλά και εντός του κάθε υποκειμένου που ζητάει βοήθεια, καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση της δυνατότητας ελέγχου της ανθρώπινης σκέψης και γενικότερα του ανθρώπινου ψυχισμού με τη δύναμη της θέλησης. Το παραπάνω, με την γενίκευση του προτύπου υγείας που προτάσσει, συντελεί στην υποτίμηση των προσωπικών διαφορών των ανθρώπων, κάτι που σε ακραίες μορφές έχει οδηγήσει σε επικίνδυνα μονοπάτια (πχ τα ναζιστικά ιδεώδη). Αντιθέτως, ο Freud επέμεινε στην ανάγκη αποδοχής του ναρκισσιστικού πλήγματος: ο άνθρωπος δεν είναι κύριος στο “σπίτι” του - η ψυχανάλυση είναι μόνο ένα μικρό φωτάκι αντιμέτωπο με τα σκοτάδια του ασυνειδήτου. Παρότι μη ψυχαναλυτής, ο Burkeman τονίζει την πιθανότητα να έχει αρνητικές επιπτώσεις η παρότρυνση της αντιμετώπισης των αρνητικών σκέψεων, δίχως την καλλιέργεια της ευατοκατανόησης, αποτρέποντας τον ασθενή από την αναζήτηση μιας ουσιαστικότερης σχέσης με τον εαυτό του, ακόμη κι αν είναι σε θέση να την επιτύχει.

Στον αντίποδα, ο Freud εξέτασε τα ψυχικά συμπτώματα εντάσσοντάς τα στο πλαίσιο της προσωπικής ιστορίας του ασθενούς· έτσι αντιμετώπισε τα όνειρα, τις παραδρομές του λόγου, τις παραπραξίες, την ίδια τη σχέση που αναπτύσσει ο ασθενής με τον αναλυτή του. Το κυριότερο λοιπόν, ο άξονας μεταβίβασης -αντιμεταβίβασης, δηλαδή η σχέση καθεαυτή του θεραπευτή με τον θεραπευόμενο, καθίσταται το θεραπευτικό εργαλείο καθώς η όποια βιογραφική διάσταση οφείλει να αναδυθεί στο εδώ και τώρα της σχέσης. Έτσι, ο αναλυόμενος δεν νιώθει τη μοναξιά της Rachel, όπως ονομάζει ο Burkeman μια ασθενή, η οποία πάσχοντας από επιλόχεια κατάθλιψη και “κλικάροντας” το συναίσθημα “λύπη” σε ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή της βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ηχογραφημένη φωνή να της λέει ότι λυπάται. Ο Burkeman αναφέρει μια σχετική παραπομπή του Άγγλου ψυχαναλυτή Michael Balint που έλεγε ότι το πιο δραστικό φάρμακο είναι η ίδια η σχέση. Τελειώνει όμως το άρθρο του επισημαίνοντας τη δυσκολία της σχέσης μέσα από τον ψυχαναλυτή Pollens: «Αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι άνθρωποι έρχονται για βοήθεια και, αμέσως μετά, προσπαθούν να σε σταματήσουν από το να τους βοηθήσεις. Πως μπορούμε να βοηθήσουμε κάποιον που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο προσπαθεί να σου πει να μην τον βοηθήσεις; Όλη η αναλυτική θεραπεία έχει να κάνει με αυτό».

Εν κατακλείδι, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είμαστε αντιμέτωποι με τη διάλυση της ευδαίμονας αυταπάτης της δυνατότητας του ορθολογισμού και της επιστήμης να κατακτήσουν εύκολα τις τόσο ποθητές τελικές απαντήσεις και λύσεις· η τεράστια ποσότητα των αντικαταθλιπτικών που καταναλώνονται στις μέρες μας αλλά και η συλλογική επιθετικότητα, που διογκώνεται διαρκώς διεθνώς, δεν το επιτρέπουν. Από την μία, ο σχεδιασμός της CBT απευθύνεται σε πολλούς κι αυτό είναι ανεκτίμητο ειδικά στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε, αλλά από την άλλη η πρόταξη της μοναδικότητας της κάθε ανθρώπινης ιστορίας έχει επίσης ανεκτίμητη αξία σε ατομικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο. Τι μπορούμε να κάνουμε ως ψυχαναλυτές για να προσφέρουμε τον δικό μας μίτο της Αριάδνης στον πολύπλοκο κόσμο που ζούμε στοχεύοντας όχι μόνο στην διάσωση της φροϋδικής σκέψης αλλά, κυρίως, στη γόνιμη αλληλεπίδραση της ψυχαναλυτικής θεωρίας και κλινικής με σύγχρονα ερευνητικά δεδομένα (βλ. νευροεπιστήμες), κοινωνικά ζητήματα (βλ. η αφύπνιση των ολοκληρωτικών ιδεολογιών στην Ευρώπη) και θεσμικών προβλημάτων (βλ. η πρόσβαση των ασθενών οικονομικά ανθρώπων σε δομές ψυχαναλυτικής θεραπείας); 

Σχόλιο - Ιάκωβος Κλεώπας

Το νέο θέμα του Διαλόγου και τα ερωτήματα γύρω από το τι καθιστά την ψυχανάλυση θεραπευτική, εάν και με ποιον τρόπο μπορεί να τεκμηριωθεί η θεραπευτική της δράση σε σχέση ιδίως με άλλες μορφές προσεγγίσεων, ποια είναι η θέση της στον σημερινό κόσμο, τις τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις και τις μεταβολές που τον χαρακτηρίζουν, συνθέτουν ένα πολύ ενδιαφέρον πεδίο διερεύνησης και συζήτησης.

Οι θέσεις και οι απόψεις των ψυχαναλυτών ως προς αυτά τα ερωτήματα έως ίσως τις προκλήσεις, κυμαίνονται από την απόρριψη ή την κριτική εμπεριστατωμένη στάση έως την θετική στάση υπέρ όχι μόνον του διαλόγου ως πηγή έμπνευσης της αναλυτικής σκέψης αλλά και της προσπάθειας σύνδεσης ή και ένταξης στην ψυχαναλυτική θεωρητική και κλινική σκέψη δεδομένων από άλλες επιστήμες.

Μία συχνή κριτική απάντηση τονίζει την μοναδικότητα της ψυχαναλυτικής θεωρίας και κλινικής προσέγγισης και τα χαρακτηριστικά τα οποία την διαφοροποιούν από άλλες προσεγγίσεις ή επιστήμες. Πρόσφατο και ενδιαφέρον παράδειγμα αυτής της άποψης είναι το άρθρο των Blass και Carmeli δημοσιευμένο στο Ιnternational Journal of Psychoanalysis (2015, 96:1555–1573) σε διάλογο με τις νευροψυχαναλυτικές απόψεις των Yovel, Solms και Fotopoulou. Μάλιστα σημειώνουν ότι εξ αιτίας αυτής της μοναδικότητας, η ψυχανάλυση έχει πολλά να προσφέρει στις άλλες επιστήμες και προσεγγίσεις. Αντίθετα υποστηρίζεται ότι η ψυχανάλυση δεν έχει να ωφεληθεί, ιδίως κλινικά, έως ίσως βλάπτεται από τις προσπάθειες σύζευξης, καλώντας εν τέλει στην διατήρηση του πνεύματος της ψυχανάλυσης. Παρόμοιες απόψεις μερικές φορές εκφράζονται δογματικά και αποφατικά. Στην περίπτωση του άρθρου των Blass και Carmelli, προτείνεται η αναλυτική τεκμηρίωση των απόψεών τους βασισμένη σε κλινικά και μεταψυχολογικά ζητήματα.

Για πολλούς ψυχαναλυτές, όπως για παράδειγμα οι George και Sylvie Pragier στην γαλλική ψυχαναλυτική σχολή, ο διάλογος και οι γνώσεις των επιστημών, από την κβαντική φυσική έως την θεωρία του χάους και τις νευροεπιστήμες, αποτελούν πηγή έμπνευσης και σκέψης για την (κλασική) ψυχαναλυτική τους πρακτική.
Άλλοι, όπως ο Peter Fonagy και βεβαίως ο Marc Solms και οι συνεργάτες τους, βρίσκουν σε αυτόν τον διάλογο και την σύνδεση ουσιαστικά θέματα και λόγους αναδιαμόρφωσης της θεραπευτικής τεχνικής έως και του τρόπου κατανόησης της ψυχικής λειτουργίας.

Η εντύπωσή μου είναι ότι στην ψυχαναλυτική βιβλιογραφία, η αναφορά στα ευρήματα και τις θεωρίες άλλων επιστημών φυσικών, βιολογικών ή και κοινωνικών, αυξάνεται σταθερά, είτε ως προσπάθειες τεκμηρίωσης, σύνδεσης και κατανόησης (μερικές φορές προσεκτικά μελετημένες και άλλες ίσως πολύ αόριστες) είτε ως μέρος των συνειρμών θα λέγαμε του ψυχαναλυτή συγγραφέα ή ομιλητή. Κάτι το οποίο σε κάθε περίπτωση δείχνει ότι υπάρχει ένα σημαντικό κομμάτι γνώσεων, ερωτημάτων ή έστω ερεθισμάτων τα οποία δεν μπορεί - και μάλλον δεν πρέπει - παρά να προσλαμβάνει και να διαθέτει χώρο επεξεργασίας τους, τόσο ένας αναλυτής όσο και ένας αναλυόμενος.

Πρόσφατα ο René Roussillon, ψυχαναλυτής και καθηγητής ψυχοπαθολογίας στο πανεπιστήμιο Lyon II, στην ροή των συζητήσεων που έγιναν στο πλαίσιο του 4ου Συμποσίου Ψυχοσωματικής, ανέφερε ότι πλέον δεν δέχεται προτάσεις πτυχιακών ή διδακτορικών εργασιών ψυχαναλυτικής και κλινικής κατεύθυνσης εάν δεν περιλαμβάνουν ένα τμήμα νευροεπιστημών.

Η ψυχανάλυση, όπως νομίζω και κάθε θεραπευτική μέθοδος, προφανώς δεν αποτελεί πανάκεια. Και, εάν υπάρχει ένα ας πούμε, ιαματικό στοιχείο σε αυτήν, αυτό δεν είναι ούτε αυτονόητο, ούτε δεδομένο ή απότοκο ενός συγκεκριμένου θεραπευτικού πρωτοκόλλου. Η ψυχαναλυτική εργασία δεν λειτουργεί γραμμικά, “προεξοφλώντας” ή δρομολογώντας κάποια θεραπευτική επιτυχία. Άλλωστε ένα θεραπευτικό ζητούμενο, ένα στοιχείο συνειδητοποίησης απότοκο της ψυχαναλυτικής διεργασίας, είναι ότι δεν υφίσταται πανάκεια (υπάρχει ωστόσο η φαντασίωση και η αναζήτηση μίας τέτοιας μορφής, μίας ναρκισσιστικής και επιστημονικής ευδαιμονίας όπως αναφέρει και η Χ. Γιαννουλάκη). Υπάρχουν προσωπικοί τρόποι ενδοψυχικής και διϋποκειμενικής λειτουργίας, οι οποίοι για κάθε μία ξεχωριστή σωματοψυχική οντότητα επιτρέπουν την διατήρηση ή την ανάκτηση μίας κατάστασης υγείας. Και το ζητούμενο είναι στην πορεία της ζωής να καθίσταται δυνατή η ανάδυση και η δυναμική διαμόρφωση αυτών των προσωπικών τρόπων λειτουργίας.

Θα έλεγα πως όταν υφίσταται αυτό το δυναμικό παρατήρησης και διεργασίας των ατομικών ψυχικών, ή και σωματοψυχικών, κινήσεων, τότε εντός ή και εκτός θεραπευτικού πλαισίου, μπορεί κανείς να ωφεληθεί από συμβουλές, από ενσυναισθητικά βασισμένες παροτρύνσεις ή από μεθόδους ελέγχου ή μεταβολής αρνητικών τρόπων σκέψης. Αυτή η δυνατότητα νοηματοδοτήσεων αναπτύσσεται, εσωτερικεύεται και υποκειμενοποιείται μέσα από την θεραπευτική σχέση, δηλαδή μέσα από το βίωμα της λειτουργίας της μεταβίβασης. Τα τελευταία χρόνια η θεραπευτική σχέση έχει γίνει το ιερό δισκοπότηρο κάθε μορφής θεραπευτικής προσέγγισης. Και όπως θα δούμε αμέσως μετά, ερευνητικά δεδομένα στηρίζουν αυτή την τάση. Ωστόσο, ούτε η θεραπευτική σχέση είναι πανάκεια, ούτε η θεραπευτική της αξία είναι αυτονόητη και δεδομένη. "Δεδομένη" θα λέγαμε ότι φαίνεται να είναι η εμπλοκή του βιώματος της σχέσης στο έργο και την σκέψη του θεραπευτή, πέραν ίσως και της θεωρητικής του προσέγγισης.

Ο Aaron Beck είναι ο εμπνευστής της CBT και αυτός που πρώτος διατύπωσε την μορφή των αντίστοιχων θεραπευτικών πρωτοκόλλων, αρχικά για την κατάθλιψη. Ένας βασικός λόγος ήταν η απογοήτευσή του από την ψυχαναλυτική εκπαίδευση και ιδίως θεραπεία που ακολούθησε στην Πενσυλβάνια, καθώς ο ίδιος έπασχε από κατάθλιψη. Το γεγονός ότι ο ίδιος έγινε ψυχαναλυτής, χωρίς πραγματικά να “θεραπευτεί”, μάλλον επέτεινε την απογοήτευση από την ψυχανάλυση, και από την ψυχαναλυτική θεραπευτική σχέση. Στην προσωπική του βιογραφία αναφέρεται πως ο μικρός Aaron ήταν το προσδοκώμενο ίαμα της κατάθλιψης της μητέρας του (μίας “νεκρής μητέρας” ίσως κατά Green) εξ αιτίας του πρόωρου θανάτου ενός αδελφού του. Ο Beck, αντί της μεθόδου των ελευθέρων συνειρμών, από την οποία δεν είχε δει κανένα απτό αποτέλεσμα, πρότεινε έναν δομημένο τρόπο εξέτασης των εκλυτικών στοιχείων των συμπτωμάτων της κατάθλιψης ή του άγχους. Και αντίστοιχα αντιμετώπισης. Αυτό έγινε η κύρια θεραπευτική γραμμή της CBT. Σαφής και εστιασμένη. Ωστόσο, ο ίδιος ο Beck στις θεραπείες και τις συνεντεύξεις με ασθενείς, βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην ίδια την σχέση, στην άμεση συναισθηματική κατάσταση και βίωμα και στην ενσυναίσθηση. Στοιχεία που απουσίαζαν από το επίσημο πρωτόκολλο έτσι όπως μέχρι πρόσφατα διδασκόταν σε πανεπιστημιακές σχολές και σεμινάρια γνωσιακής συμπεριφορικής θεωρίας και θεραπευτικής μεθόδου. Τα τελευταία ωστόσο χρόνια, αυτά τα στοιχεία του άμεσου βιώματος της σχέσης ασθενούς θεραπευτή, επανεισάχθηκαν στην θεραπευτική μέθοδο της CBT μέσω της προσέγγισης της διϋποκειμενικότητας και της ευρύτερης κατανόησης της ενσυναίσθησης. Τι σχέση όμως έχει, και ποια η θεραπευτική αξία αντίστοιχα, η έμφαση (ή και μερικές φορές η επιλεκτική προσήλωση) στο εδώ και τώρα του βιώματος της σχέσης μεταξύ θεραπευτή και ασθενούς, με την ψυχαναλυτική μεταβίβαση;

Το 2015 δημοσιεύθηκε ένα άρθρο με τίτλο “Frontolimbic neural circuit changes in emotional processing and inhibitory control associated with clinical improvement following transference-focused psychotherapy in borderline personality disorder” των Perez et al. (Psychiatry and Clinical Neurosciences 2015 doi:10.1111/pcn.12357) (Το πλήρες άρθρο είναι διαθέσιμο στον ακόλουθο σύνδεσμο) . Το συμπέρασμα είναι ότι οι ψυχοδυναμικές ψυχοθεραπείες που βασίζονται στην μεταβίβαση συνδέονται με τον έλεγχο του μετωπιαίου λοβού επί της λειτουργίας του λιμπικού συστήματος, επιτρέποντας επομένως την καλύτερη διαχείριση του συναισθήματος, και του συστήματος της σημασιολογικής μνήμης στο κύκλωμα του ιππόκαμπου. Η θεραπευτική δράση έχει να κάνει με την βελτίωση της ικανότητας αυτοπαρατήρησης του εγώ, η οποία αναπτύσσεται εντός της θεραπευτικής σχέσης.

Θα σημειώσουμε ότι η μεταβίβαση εδώ εννοείται στην κατεύθυνση των προτάσεων του Otto Kernberg επίσης συγγραφέα του άρθρου, σύμφωνα με τις οποίες αφορά τεχνικές αποσαφήνισης, αντιπαράθεσης και ερμηνείας προσωπικών και συναισθηματικά θεματικών βασισμένων εμπειριών που αναπαράγονται μέσα στην μεταβιβαστική σχέση. Η μεταβιβαστική σχέση όπως περιγράφεται εδώ, επιτρέπει και αντιστοιχεί σε μία μορφή βιωματικής μάθησης.

Ο Ελύτης στην “Μέθοδο του άρα”, λέει ότι δωρεά ψυχής δεν γίνεται αν δεν είσαι έτοιμος για αυτήν. Διαφορετικά ό,τι “δωρίζουμε” ακόμα και από ψυχής, ή ό,τι μεταβιβάζεται, μετατρέπεται λέει ο Ελύτης, σε ένα έντομο που σε τρώει εσωτερικά. Η κλινική εικόνα αυτού του εσωτερικού φαγώματος, την οποία συναντάμε στην ψυχανάλυση σε περιπτώσεις όπου επικρατούν τραυματισμοί και ελλείμματα της λειτουργίας του εγώ, είναι αυτή της αρνητικής θεραπευτικής αντίδρασης, που απορρίπτει κάθε μόσχευμα που δεν μπορεί να αναγνωρίσει ο ψυχικός ιστός. Έτσι θα πρέπει ίσως να αναρωτηθούμε εάν η επίτευξη της ικανότητας της διαχείρισης ανήκει στο ίδιο το εγώ (δηλαδή στην ψυχική τοπική του υποκειμένου), ή εάν ανήκει σε ένα μεταβατικό εγώ που αναδύεται εντός της μεταβιβαστικής σχέσης. Η οποία, όταν παύει ή όταν προχωρά σε μία “ωριμότερη” διεργασία θεωρώντας ότι έχει επιτευχθεί ένα "αντικειμενικό" αποτέλεσμα, μετατρέπεται σε έναν ψευδή και μακροπρόθεσμα παθογόνο εαυτό. Πράγματι, ένα αποτέλεσμα μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικό και μετρήσιμο, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι επίσης επαρκώς υποκειμενικό, και ότι ανήκει ψυχικά στον ασθενή.

Το ερώτημα που θα έθετα είναι εάν και υπό ποιες συνθήκες, το βίωμα, ενσυναισθητικό, διϋποκειμενικό, συν-σκέψης και σχέσης ασθενούς και θεραπευτή, λειτουργεί ως ενδυνάμωση, κίνητρο και παράδειγμα μεταβολής, ή εάν κατορθώνει να συνθέσει ένα αρχικά από κοινού και σταδιακά εσωτερικευόμενο πεδίο νοηματοδότησης.

Το ίδιο ερώτημα τίθεται όταν ο κόσμος που - και έτσι όπως - αλλάζει, εισάγει ή ενδεχομένως απαιτεί τροποποιήσεις του πλαισίου έως και του τρόπου με τον οποίο εκφράζεται ο ψυχισμός, μέσα από την συχνά απαραίτητη χρήση νέων τεχνολογιών και συνθηκών. Πόσο άραγε διαφοροποιείται, γενικά και ειδικά για κάθε αναλυτική εργασία, η ροή των συνειρμών, οι μεταβιβαστικές και οι παλινδρομικές κινήσεις, όταν εργαζόμαστε μέσω skype ή σε συνεδρίες συμπυκνωμένης ανάλυσης; Και αυτές οι διαφοροποιήσεις ή οι μεταβολές συχνά της τάξης του αντιληπτικού ή των πράξεων και των συμπεριφορών, πώς νοηματοδοτούνται; Η παρουσίαση και η συζήτηση της ομιλίας της A. Lemma που έγινε από την Χ. Χατζή (θα βρείτε το κείμενο στο πεδίο ψυχαναλυτική τεχνική του μενού Ψυχανάλυση) αναφέρεται σε πολλά ανάλογα παραδείγματα και διαστάσεις του θέματος.

Όπως αναφέρει η Χ. Γιαννουλάκη, τα αποτελέσματα διαφόρων ερευνών και παρατηρήσεων δείχνουν ότι η εφαρμογή μίας ορθολογικής και κανονιστικής κλινικής προσέγγισης, είτε είναι ψυχοθεραπευτική είτε φαρμακολογική, έχει περιορισμένα αποτελέσματα διότι έχει ένα περιορισμένο και μερικό τρόπο κατανόησης. Ωστόσο, πολλές φορές και για πολλούς λόγους που έχουν να κάνουν με το πλαίσιο στο οποίο καλούμαστε να εργασθούμε, με τις ατομικές ή τις ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες και συγκυρίες, υπόκειται σε ανελαστικούς περιορισμούς.

Η μη ανάπτυξη ενός αναλυτικού setting χρονικά και τοπικά, σημαίνει άραγε ότι δεν είναι εφικτή η ανάπτυξη μίας βαθύτερης κατανόησης της ψυχικής λειτουργίας, ούτε αντίστοιχα η θεραπευτική μεταβολή της; Είναι από τις περιπτώσεις μίας ψυχαναλυτικά "μη συνάντησης" όπως συζητείται από τον Π. Κεφάλα και του συναδέλφους που σχολίασαν το κείμενο του Christopher Bollas στο συνέδριο της IPA; Νομίζω ότι η κλινική εργασία με ασθενείς που παρουσιάζουν σημαντικά ελλείμματα της ψυχικής οργάνωσης, η οποία άλλωστε επέτρεψε σημαντικές προόδους και ανοίγματα της ψυχαναλυτικής σκέψης, μας κάνει να σκεφθούμε ότι το ερώτημα της ποιότητας και του εύρους μίας κλινικής εργασίας έχει να κάνει με διάφορους παράγοντες. Θα θυμηθούμε ότι για πολλά χρόνια η ψυχοσωματική του Marty αντιμετωπιζόταν σαν ξένο σώμα, άσχετο με την ψυχανάλυση. Σήμερα θεωρείται βασικό σημείο αναφοράς και εμβάθυνσης της ψυχανάλυσης.

Διαβάζοντας κείμενα και κλινικές παρουσιάσεις της διαπροσωπικής αναλυτικής γνωσιακής ή ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης, ή της ψυχοδυναμικής προσέγγισης των διεργασιών της μάθησης που συνδυάζουν δεδομένα των νευροεπιστημών, αν πάρουμε μία απόσταση από ορισμένες θεωρητικές διαφοροποιήσεις, μπορούμε να παρατηρήσουμε ενδιαφέροντα σημεία σύγκλισης. Το συμπέρασμα από αυτά είναι άραγε ότι τα σημεία σύγκλισης σημαίνουν ότι αυτές οι προσεγγίσεις τείνουν στο να πλησιάζουν και (τελικά) να αντιλαμβάνονται στοιχεία και την αξία της ψυχαναλυτικής σκέψης, ή ότι ίσως δείχνουν και ορισμένες άλλες διαστάσεις, οπτικές γωνίες της εργασίας μας;

Καθώς δεν διαθέτουμε κάποιο είδος θεωρίας (ούτε βέβαια θεραπευτικής) των πάντων, είναι σημαντικό να μπορούμε να κατανοήσουμε και να διαθέτουμε όσο αυτό είναι δυνατόν, χώρο σκέψης, αίσθησης του τι και γιατί συμβαίνει, όπως επίσης διαλόγου, όταν παρατηρούμε ότι η κλινική πράξη και τα ευρήματα κάθε κατεύθυνσης, στην οποία ανήκουμε ή άλλης, ωφελεί την κατάσταση ενός ασθενούς και την κατανόηση του τρόπου της ψυχικής λειτουργίας. Σε αυτή την προσπάθεια, θεωρούμε ότι κάθε άποψη και κάθε ερώτημα, ιδίως όταν πηγάζει από τους προβληματισμούς και τις σκέψεις όσων εργάζονται σε αυτόν τον χώρο, είναι όχι μόνον ευπρόσδεκτα εδώ στον Διάλογο της Ιστοσελίδας της ΕΨΕ αλλά και απαραίτητα για όλους.


Add comment


Security code
Refresh

Download Free FREE High-quality Joomla! Designs • Premium Joomla 3 Templates BIGtheme.net